αναδημιουργούμαι


αναδημιουργούμαι
αναδημιουργούμαι, αναδημιουργήθηκα, αναδημιουργημένος βλ. πίν. 74

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μεταγίνομαι — και ματαγίνομαι (ΑM μεταγίγνομαι και μεταγίνομαι) νεοελλ. μσν. γίνομαι εκ νέου, ξαναγίνομαι, αναδημιουργούμαι μσν. γίνομαι κάτι διαφορετικό αρχ. 1. γίνομαι κατόπιν 2. μεταφέρομαι, απάγομαι μακριά («Ἱερεμίας ὁ προφήτης ὅτι ἐκέλευσε τοῡ πυρὸς… …   Dictionary of Greek